(Ματθ. κα΄ 33-42)

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωπος τις ἦν οἰκοδεσπότης, ὅστις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ φραγμὸν αὐτῷ περιέθηκε καὶ ὤρυξεν ἐν αὐτῷ ληνὸν καὶ ᾠκοδόμησεν πύργον, καὶ ἐξέδοτο αὐτὸν γεωργοῖς, καὶ ἀπεδήμησεν. Ὅτε δὲ ἤγγισεν ὁ καιρὸς τῶν καρπῶν, ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ πρὸς τοὺς γεωργοὺς λαβεῖν τοὺς καρποὺς αὐτοῦ. Καὶ λαβόντες οἱ γεωργοὶ τοὺς δούλους αὐτοῦ ὃν μὲν ἔδειραν, ὃν δὲ ἀπέκτειναν, ὃν δὲ ἐλιθοβόλησαν. Πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους πλείονας τῶν πρώτων, καὶ ἐποίησαν αὐτοῖς ὡσαύτως. Ὕστερον δὲ ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς τὸν υἱὸν αὐτοῦ λέγων· ἐντραπήσονται τὸν υἱόν μου. Οἱ δὲ γεωργοὶ ἰδόντες τὸν υἱὸν εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· οὗτός ἐστιν ὁ κληρονόμος· δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτὸν καὶ κατάσχωμεν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ. Καὶ λαβόντες αὐτὸν ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος καὶ ἀπέκτειναν. Ὅταν οὖν ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος, τί ποιήσει τοῖς γεωργοῖς ἐκείνοις; λέγουσιν αὐτῷ· Κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς, καὶ τὸν ἀμπελῶνα ἐκδώσεται ἄλλοις γεωργοῖς, οἵτινες ἀποδώσουσιν αὐτῷ τοὺς καρποὺς ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν. Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Οὐδέποτε ἀνέγνωτε ἐν ταῖς γραφαῖς, λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας· παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν;

Ερμηνεία

Στο σημερινό ευαγγέλιο, όπως και σε άλλα, ο Χριστός διδάσκει με Παραβολές. Σ’ αυτές κρύβονται μυστήρια απόρρητα, κρυμμένα στους άπιστους, φανερά όμως σε όσους πιστεύουν στον Χριστό, μετανοούν και είναι πρόθυμοι να ακολουθήσουν τον καινούργιο τρόπο ζωής, που Αυτός έφερε. Στους Μαθητές Του π.χ. «δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς Βασιλείας Του», ενώ στους Φαρισαίους «οὐ δέδοται».
Στη σημερινή Παραβολή του «Αμπελώνος και των κακών γεωργών», ο Χριστός μιλά για κάποιον οικοδεσπότη, που φύτεψε αμπέλι και έβαλε γύρω απ’ αυτό φραγμό, για να το προστατεύσει. Μέσα στο αμπέλι έσκαψε και ληνό, δηλαδή πατητήρι για το πάτημα των σταφυλιών, έκτισε και πύργο ψηλό για να μένουν οι φύλακες και όταν όλα ήσαν έτοιμα, το εμπιστεύθηκε σε γεωργούς να το καλλιεργούν και ο ίδιος αναχώρησε σε άλλο μέρος.
ApostolosMattheosΌταν ήλθε ο καιρός της καρποφορίας έστειλε τους υπηρέτες του να πάρουν τους καρπούς από τους γεωργούς. Αυτοί συμπεριφέρθηκαν πολύ άσχημα και κακομεταχειρίσθηκαν τους υπηρέτες. Τον ένα τον έδειραν, τον άλλο τον σκότωσαν και τον άλλο τον λιθοβόλησαν. Παρόλη την εγκληματική κακία τους ο Οικοδεσπότης έδειξε πολλή υπομονή, καλοσύνη και μακροθυμία. Έστειλε άλλους υπηρέτες, περισσότερους από τους πρώτους. Οι γεωργοί όμως δεν συνετίσθηκαν. Έκαναν και σ’ αυτούς τα ίδια, όπως και στους προηγούμενους.
Παρόλα αυτά η φιλανθρωπία και η μακροθυμία του Οικοδεσπότη ήταν ανεξάντλητες. Έστειλε λοιπόν τον ίδιο τον γιο Του, με τη σκέψη, πως θα τον ντραπούν και θα του δώσουν τους καρπούς. Αυτοί όμως, σκέφθηκαν πονηρά: Αυτός, είπαν, είναι ο κληρονόμος. Ας τον φονεύσουμε, για να μας μείνει το αμπέλι. Τον συνέλαβαν, τον έβγαλαν έξω από το αμπέλι, τον βασάνισαν και τον σκότωσαν.
Εδώ τελείωσε την Παραβολή ο Χριστός και ρώτησε τους Αρχιερείς και Γραμματείς και πρεσβυτέρους, που ήταν οι άρχοντες των Ιουδαίων και τον άκουαν: Όταν έλθει ο οικοδεσπότης, τι θα κάνει στους γεωργούς αυτούς; Αυτοί απάντησαν: Αφού έδειξαν τόση κακία, να τους θανατώσει με κακό τρόπο και να εκμισθώσει το αμπέλι σε άλλους γεωργούς, που θα του δώσουν τους καρπούς στον κατάλληλο καιρό.
Συνεχίζοντας ο Χριστός με παραβολικό τρόπο, να μιλά για τον εαυτό Του, ρώτησε τους ίδιους θρησκευτικούς άρχοντες: Δεν διαβάσατε στην Αγία Γραφή, ότι την πέτρα που οι κτίστες θεώρησαν ακατάλληλη για την οικοδομή και την πέταξαν, αατή η ίδια αποδείχθηκε η πιο κατάλληλη, «εἰς κεφαλὴν γωνίας», που συνδέει και συγκρατεί δύο τοίχους και στηρίζει την οικοδομή; Και για να μην απορείτε. Αυτή τη σύνδεση, που δεν κατόρθωσαν να κάνουν oι οικοδόμοι, την έκανε ο Κύριος και είναι ένα μυστήριο, ένα θαύμα, όχι βέβαια γι’ αυτούς, αλλά για όσους πιστεύουν στο μυστήριο.
Ας προσπαθήσουμε τώρα να δώσουμε το βαθύτερο νόημα της Παραβολής.
1. Ο Οικοδεσπότης και ο Αμπελώνας
Ο Οικοδεσπότης της παραβολής είναι Αυτός, που δεσπόζει, όχι μόνο του Αμπελώνος, αλλά «πάντων των επουρανίων και επιγείων». Ό,τι κάνει, αποβλέπει στη σωτηρία του κόσμου. Όλες οι ενέργειές Του αποβλέπουν στην προετοιμασία για την ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού, ο οποίος θα φέρει τη σωτηρία. Όπως λένε και οι Πατέρες, όλος ο χρόνος διαιρείται σε δύο μέρη: Στον χρόνο πριν την Ενανθρώπηση, που εκινείτο για την προετοιμασία της και στον χρόνο μετά την Ενανθρώπηση, για να θεωθεί ο άνθρωπος. Και ο αμπελώνας που «φυτεύει η δεξιά Του» είναι ο περιούσιος Λαός Του, για να προεικονίσει και προετοιμάσει τον ερχομό της «Αληθινής Αμπέλου», του Χριστού και της Εκκλησίας Του, που θα προσφέρει στον νεκρωμένο άνθρωπο «Άρτον ζωοποιόν και Αίμα αφθαρσίας και αθανασίας». Όπως τα κλήματα είναι ενωμένα με τον κορμό και τη ρίζα της Αμπέλου, κατά παρόμοιο τρόπο και ο Χριστός, ως αληθινή Άμπελος, θα ενώνει στον Εαυτό του και θα είναι «πηγή Ζωής», για τους πιστούς, τους «εν Αυτώ αναπαυομένους».
Ο λαός του Ισραήλ, ως άλλος Αμπελώνας του Θεού, βρισκόταν στη χώρα της αμαρτίας και του σκότους των ειδώλων, στην Αίγυπτο. Για να τους διαφυλάξει ο Θεός από τον κίνδυνο των ειδώλων, τους σήκωσε θαυματουργικά και τους μετέφερε και τους «φύτεψε» στη γη της επαγγελίας, την Παλαιστίνη.
Οι Εβραίοι αυξήθηκαν αριθμητικά και απλώθηκαν σ’ όλη την Παλαιστίνη, όπως το αμπέλι στους αγρούς. Έπρεπε όμως να αυξηθούν και στην «κατά Θεόν» ζωή, να είναι αφοσιωμένοι και προσηλωμένοι σ’ Αυτόν, όχι μόνο εξωτερικά και τυπικά, αλλά αληθινά, εσωτερικά, με τη συμμετοχή και της καρδίας, δηλαδή όλου του είναι τους. Θα έπρεπε να κρατήσουν την πίστη σε ένα και μόνο Θεό και να τον αγαπούν «ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, τῆς καρδίας, τῆς ἰσχύος, καὶ τῆς διανοίας των», να φυλάττουν τον Νόμο Του, που προτύπωνε τον ερχομό της ενυπόστατης Αλήθειας, του Χριστού. Με τον τρόπο αυτό η ψυχή του κάθε Ισραηλίτη θα γινόταν ένα πνευματικό κλήμα, θα συνδεόταν με τον οικοδεσπότη της Αμπέλου και θα λάμβανε τη Χάρη και την ευλογία Του.
Για τον σκοπό αυτό έπρεπε να υπάρχει μια σχέση εσωτερική του Λαού με τον Θεό. Ο Θεός θα καθοδηγεί και ο Λαός θα υπακούει στα προστάγματά του. Γι’ αυτό τους δίνει τον Νόμο του στο Σινά, ώστε με την τήρησή του να συντηρούν την αγάπη και τη σχέση τους μαζί Του, για να μη στραφούν προς άλλους ψευδείς θεούς. Τηρώντας τα προστάγματα του Θεού, ο διάβολος δεν θα τους παρασύρει με τα δικά του. Έτσι ο Νόμος θα τους προστάτευε από τον διάβολο και από ξένες επιδράσεις, όπως ο φραγμός προστάτευε τον Αμπελώνα από διάφορους εχθρούς.
Ο Θεός τους παραγγέλλει ακόμη να κτίσουν τον Ναό, που ως άλλος ψηλός πύργος, όπως αναφέρει και η Παραβολή, θα τους προστατεύει από τους εχθρούς. Με τη λατρεία και τις προσευχές τους στον Ναό, θα κρατούσαν τους εαυτούς τους ψηλότερα από τα γήινα και δεν θα προσκολλόνταν σ’ αυτά. Έτσι θα «ετοίμαζαν την οδόν Κυρίου», μέχρι τον ερχομό του Χριστού, που θα είναι ο πραγματικός Ναός. Ζώντας δε «εν Αυτώ», θα αξιώνονταν της Χάριτος να ζει και Αυτός «εν αυτοίς».
Ο «ληνός» τέλος, που έσκαψε ο Οικοδεσπότης μέσα στο αμπέλι, είναι το σύμβολο του θυσιαστηρίου του Ναού, όπου οι Εβραίοι θα έκαναν τις ζωοθυσίες. Παρόλο, που ο Θεός είναι πνεύμα και δεν αρέσκεται σε αίματα και κρέατα ζώων, συγκαταβαίνει στην αδυναμία του Λαού Του και ανέχεται τις θυσίες αυτές, για να προετοιμάσουν τον Λαό να αποδεχθεί τη μοναδική θυσία του Γολγοθά, που θα λυτρώσει τον κόσμο. Ο «ληνός» ακόμη ήταν σύμβολο της μυστικής παρουσίας του Χριστού, που ως άλλος «Αμνός του Θεού», θα σήκωνε επάνω Του τις αμαρτίες του κόσμου.
Ο Προφήτης Ησαΐας περιγράφοντας την Ανάληψη του Χριστού στους ουρανούς, παρουσιάζει τους Αγγέλους να ρωτάνε τον Χριστό: «Ἱνατὶ Σου ἐρυθρὰ τὰ ἱμάτια, ὡς ἀπὸ πατητοῦ ληνοῦ;» Η ματωμένη δηλαδή και θεωμένη αγία Σάρκα του Κυρίου, που βάφτηκε με το Αίμα του Σταυρού, ήταν κατακόκκινη και έμοιαζε σαν να βγήκε από «ληνό», δηλαδή, ως να είχε πατήσει σταφύλια. Έτσι ο «ληνός» ήταν σύμβολο της παρουσίας του Ερχομένου Χριστού και της σταυρικής θυσίας Του.
Ο Χριστός επομένως βρισκόταν, «μυστικώς», στο μέσο του Λαού Του, του νοητού Αμπελώνος, γιατί χωρίς Αυτόν, ο Λαός θα ήταν ακέφαλος. Αυτός άλλωστε βάδιζε αοράτως μπροστά από την Κιβωτό της Διαθήκης, ως Άγγελος φύλακας, κατά την πορεία του από την Αίγυπτο προς τη γη της επαγγελίας. Ο Χριστός ενεργούσε με τρόπο αόρατο διά του Μωυσή. Αυτός τους έσωζε, «διὰ τὸ ἀγαπᾶν αὐτοὺς καὶ φείδεσθαι αὐτῶν». Όπως αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη, ο Θεός παράγγειλε στον Μωυσή: «Εἰσακοῦε Αὐτοῦ (= του Χριστού) καὶ μὴ ἀπείθει (=μη παρακούεις) Αὐτῷ. Τὸ γὰρ ὄνομά μού ἐστιν ἐν Αὐτῷ», δηλαδή το όνομα Θεός (Εξ. 23, 21). Με όσα λοιπόν έκανε ο Θεός για τον Λαό Του, ήθελε να τον ασφαλίσει εναντίον παντός εχθρού αισθητού, αλλά και πνευματικού, του αισθητού Φαραώ, αλλά και του νοητού, του διαβόλου, που έχει σαν έργο του να απομακρύνει τον άνθρωπο από τη σχέση του με τον Θεό και να ματαιώνει το έργο Του για τη σωτηρία του κόσμου.
Αν ο Λαός του Ισραήλ ανταποκριθεί και φέρει εις πέρας τον ρόλο, που του ανέθεσε ο Θεός, θα αξιωθεί να εγκεντρισθεί στην «αληθινήν Άμπελον», στον Χριστό, θα τρέφεται με το ζωοποιό Σώμα και Αίμα Του και θα αποτελέσει την Εκκλησία, μαζί με το πλήθος των άλλων εθνών, που θα πιστέψουν και θα βαπτισθούν. Γιατί ο Θεός ξεκινά μεν το έργο της σωτηρίας από τον Ισραήλ, αλλά δεν αφήνει κανένα έθνος εκτός σωτηρίας. «Πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι» και όπως είπε ο απόστολος Πέτρος, «ἐν παντὶ ἔθνει ὁ φοβούμενος (= ο σεβόμενος) τὸν Θεὸ καὶ ἐργαζόμενος δικαιοσύνην, δεκτὸς Αὐτῷ ἐστι» (Πράξ. 10, 35).
Όλοι έχουν θέση στη Βασιλεία Του και τη δυνατότητα να ενωθούν μαζί Του και να γίνουν θεοί «κατά χάριν». Όπως βεβαίωσε ο Ίδιος: «Τὸν ἐρχόμενον πρός με οὐ μὴ ἐκβάλω ἔξω» (Ἰω. 6, 37). Ο Ισραηλιτικός Λαός, παρόλη την αχαριστία και αγνωμοσύνη του στον Θεό, επειδή απ’ αυτόν προήλθε «ο Χριστός κατά σάρκα»• επειδή αναδείχθηκαν άγιοι, όπως οι Πατριάρχες Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ• οι Προφήτες και άλλοι αφοσιωμένοι στον Θεό• προ πάντων δε η Υπεραγία Θεοτόκος, γι’ αυτό ελεήθηκε περισσότερο. Οι περισσότεροι όμως έμειναν Ισραηλίτες «κατά σάρκα», ως προς την καταγωγή και όχι «κατά πνεύμα», γιατί σταύρωσαν Αυτόν που τους έφερε το πνεύμα.
2. Οι γεωργοί
Ήταν οι θρησκευτικοί ηγέτες του Ισραήλ, Αρχιερείς, Γραμματείς και πρεσβύτεροι. Σ’ αυτούς ο Θεός εμπιστεύθηκε τη φροντίδα της καθοδήγησης του Λαού. Όχι πως τους είχε ανάγκη ο Θεός, αλλά με την ανάθεση σ’ αυτούς της διακονίας αυτής, τους τιμούσε και θα ήταν μια ευκαιρία γι’ αυτούς, να αναφέρονται στον Θεό για ευχαριστία, αλλά και ικεσία. Για να Τον έχουν βοηθό στο έργο, που τους ανέθεσε.
Με τον τρόπο αυτό θα συνεχιζόταν η σχέση και κοινωνία του Λαού με τον Θεό, που θα τον φύλαγε από τον κίνδυνο των ειδώλων, που λάτρευαν οι γειτονικοί λαοί. Έπρεπε οι ίδιοι να αναμένουν τον Μεσσία και να εμπνέουν τον Λαό του Θεού, να αναμένει Λυτρωτή, με την αποχή από έργα αμαρτωλά και την τήρηση των προσταγμάτων του Θεού. Έτσι θα «ετοίμαζαν την οδόν Κυρίου», όπως κήρυτταν οι Προφήτες.
3. Έριξαν τον φραγμό
Δυστυχώς οι γεωργοί αποδείχθηκαν κακοί, γιατί τίποτε απ’ αυτά δεν έκαναν. Έκλεισαν οφθαλμούς και ώτα για να μη βλέπουν και να μη ακούουν όσα τους έκανε ο Θεός και όσα τους έλεγε στον Νόμο Του. Τις εντολές του Θεού τις περιφρόνησαν από αλαζονεία και αυτάρκεια. «Ἐπελάθοντο (=λησμόνησαν) τοῦ Θεοῦ τοῦ σῴζοντος αὐτοὺς». Υπέπεσαν στην πρώτη αμαρτία από την οποία προέρχονται όλες οι άλλες: Λησμόνησαν τον Θεό, τον οικοδεσπότη του Αμπελώνα και έγιναν ξένοι προς Αυτόν. Γι’ αυτό και «δούλευαν τοῖς πάθεσιν ὁλοψύχως», δηλαδή στα πάθη της σαρκός. Έγιναν σκληροί και «λιθώδεις» (=σαν τις πέτρες) αγνώμονες προς τον Ευεργέτη.
Γι’ αυτό και όταν έφθασε ο «καιρός των καρπών», όπως λέγει η σημερινή Παραβολή και ο Θεός έστειλε τους δούλους Του τους Προφήτες, για να πάρουν τους καρπούς της Μετανοίας και των αγαθών έργων του Λαού, αυτοί δεν σεβάσθηκαν, ούτε τους απεσταλμένους, ούτε και τον Θεό, που τους έστειλε και τον μεν έδειραν, τον δε σκότωσαν και άλλον τον λιθοβόλησαν (στιχ. 35). Και ενώ αμάρτησαν, μέχρι που έφθασαν και στον φόνο, παράλληλα κατέφευγαν στον Ναό, για την τυπική προσευχή και λατρεία. Αρκούνταν μόνο στους τύπους. Όπως θα πει αργότερα ο Χριστός: Κατέτρωγαν τις περιουσίες των χηρών και μετά πήγαιναν να προσευχηθούν, για να φανούν καλοί στους ανθρώπους. Όλα γίνονταν τυπικά, χωρίς τη συμμετοχή της καρδίας. Γι’ αυτό ο Θεός με το στόμα των Προφητών, έλεγε: «ο λαός αυτός με τιμά μόνο με τα χείλη, η καρδιά τους όμως βρίσκεται πολύ μακριά από μένα» (Ἡσ. 29, 13).
Ο Θεός, που πάντοτε είναι φιλάνθρωπος και γι’ αυτό μακρόθυμος, στέλλει για δεύτερη φορά άλλους Προφήτες, για να ζητήσουν τους καρπούς της μετανοίας. Οι κακοί γεωργοί δεν είχαν τέτοιους καρπούς, γιατί ποτέ δεν πίστευσαν πως έκαναν αμαρτίες και πως έχουν ανάγκη μετανοίας. Θεωρούσαν τους εαυτούς τους δίκαιους, γιατί ήξεραν να ερμηνεύουν τον Νόμο. Και προσπαθούσαν να δείξουν στον κόσμο τα καλά έργα τους. Πώς θα καταλάβαιναν τη φιλανθρωπία του Θεού, που συγχωρεί τους αμαρτωλούς, όταν αυτοδικαιώνονταν και πίστευαν στις αρετές τους, που δεν είναι τίποτε άλλο από μια τυπική-εξωτερική τήρηση του Νόμου, χωρίς αγάπη στον Θεό, ούτε και στον άνθρωπο; Οργίζονταν, όταν άκουαν τους Προφήτες να τους λένε, πως έφυγαν από τον Θεό και έχουν ανάγκη Μετανοίας. Ο «φραγμός» του Αμπελώνα έπεσε, γιατί ο Νόμος αδράνησε για τους άρχοντες του Ισραήλ. Γι’ αυτό με τον ίδιο τρόπο κακομεταχειρίσθηκαν τους Προφήτες της δεύτερης αποστολής, όπως και της πρώτης.
4. «Προσέκοψαν τῷ Λίθῳ»
Οι «γεωργοί» συνέχιζαν μια ζωή χωρίς σχέση με τον Θεό και αυτήν παρέδιδαν στους διαδόχους τους, μέχρι τις ημέρες του ερχομού του Κυρίου στη γη. Όπως αναφέρεται στην Παραβολή, ο Θεός έστειλε στο τέλος τον Υιό Του, με τη σκέψη πως θα τον σεβασθούν και θα αποδώσουν σ’ Αυτόν τους καρπούς του Αμπελώνα. Ούτε τον Υιό σεβάσθηκαν, που ζητούσε θεαρέστους καρπούς, γιατί ποτέ δεν απέκτησαν.
Αν ο Χριστός ήταν γιος του Θεού, περίμεναν απ’ Αυτόν να τους εκφράσει τον θαυμασμό του για την ποιότητα της ζωής τους και να τους έχει ως υποδείγματα άριστων δασκάλων του Νόμου του Θεού. Τόσο πολύ σκοτίσθηκαν από τον άρχοντα του σκότους. Ο Χριστός όμως, ήλθε να «καλέσει αμαρτωλούς εις Μετάνοιαν». Και δεχόταν αμαρτωλούς και τελώνες και ασώτους και πόρνες που μετανοούσαν, ζητούσαν άφεση και έχυναν δάκρυα, γιατί λύπησαν τον Θεό Πατέρα. Αυτοί εισέρχονταν στη Βασιλεία Του και οι ηγέτες του Ισραήλ «έμεναν έξω». Ο τρόπος της ζωής τους ήταν καταδικασμένος στη φθορά και τον θάνατο, γιατί ήθελαν να συντηρούν το είδωλο του «εγώ» τους, του γηίνου φρονήματος, που οδηγεί στον θάνατο. Γι’ αυτό δε μπορούσαν να καταλάβουν τον νέο τρόπο ζωής του Χριστού, της ταπείνωσης και της αγάπης, που οδηγούσε στην αθανασία. Τον αποδοκίμασαν και τον καταδίκασαν σε θάνατο σταυρικό.
Όπως είπε για τον εαυτό του ο Χριστός, Τον αποδοκίμασαν, όπως οι οικοδόμοι περιφρονούν μια πέτρα, ως ακατάλληλη για την οικοδομή και την πετάνε ως άχρηστη, ενώ είναι η πιο εκλεκτή πέτρα, για να τεθεί «εις κεφαλήν γωνίας», που συνδέει δύο τοίχους και στηρίζει την οικοδομή. Χάρη στον ακρογωνιαίο λίθο -τον Χριστό- η οικοδομή που λέγεται Εκκλησία, και την συναποτελούν όλες οι ζωντανές πέτρες - οι πιστοί, έγινε ισχυρή και συνέτριψε την πλάνη και το ψεύδος των πολεμίων της. Ο Χριστός ένωσε τους δύο λαούς, Ιουδαίους και εθνικούς (=ειδωλολάτρες) «εἰς ἔνα καινὸν ἄνθρωπον», σε μια Εκκλησία, που είναι «Σώμα Χριστού», στο οποίο ο Ίδιος είναι η Κεφαλή. Έτσι ο Λίθος έγινε ο πιο εκλεκτός και σωτήρας όλων. Οι δε ηγέτες του Ισραήλ με τον λαό που τους ακολουθούσε, «προσέκοψαν τω Λίθω» και συντρίβηκαν.
Όταν τελείωσε η Παραβολή, ο Χριστός ρώτησε τους ακροατές Του: «Όταν έλθη ο κύριος του αμπελώνος, τι θα κάνει στους γεωργούς αυτούς;» Αυτοί απάντησαν: «Να τους εξολοθρεύσει με τον χειρότερο τρόπο και να νοικιάσει τον αμπελώνα σε άλλους γεωργούς, που θα του δίνουν τους καρπούς στην κατάλληλη εποχή». Έτσι οι άρχοντες του Ισραήλ μόνοι τους καταδίκασαν τους εαυτούς τους, χωρίς να καταλάβουν ότι ο Χριστός αυτούς εννοούσε.
5. Οι «άλλοι γεωργοί»
Οι πρώτοι, οι κακοί γεωργοί, δεν δέχθηκαν τον Χριστό, γιατί ζητούσαν τη «δόξα των ανθρώπων» και όχι του Θεού. Θεωρούσαν τους εαυτούς τους αυτάρκεις για όλα και νόμιζαν, πως δεν είχαν ανάγκη τον Χριστό. Από αλαζονεία και έπαρση, πίστευαν πως ήταν οι δάσκαλοι του Λαού και οι γνώστες του Νόμου και θέλανε να αποκαλούνται «ραββί» (=δάσκαλοι). Ενώ ο Χριστός δίδασκε, πως το μεγαλείο βρίσκεται στην ταπείνωση. Μαθητές του Χρίστου είναι αυτοί, που δεν ήθελαν να λέγονται «ραββί» και «καθηγηταί» και προτιμούσαν να είναι «πάντων έσχατοι και πάντων διάκονοι». Μαθητής του Χριστού είναι εκείνος, που θεωρεί μεγάλο πράγμα να ονομασθεί «δούλος του Θεού». «Μέγα σοί ἐστι τοῦ κληθῆναι σὲ παῖδά μου» (Ἡσ. 49, 6), Και μάλιστα δούλος «κατά χάριν», γιατί το όνομα αυτό, το πήρε ο Χριστός ως άνθρωπος, επειδή ήταν σε όλα «υπήκοος τω Πατρί».
Αυτοί οι «ταπεινοί, οι έσχατοι, οι δούλοι, οι μη όντες» (=οι ανύπαρκτοι για τον κόσμο) «τελώναι και πόρναι», κατάλαβαν την κόλαση της αμαρτίας και με το παράδειγμά τους μας έδωσαν να καταλάβουμε, «τι εστί Μετάνοια». Μετανόησαν και έτρεξαν κοντά στον Χριστό. «Αὐτὸς γὰρ ἐλήλυθε (=ήλθε) σώσαι πόρνην», πήραν άφεση και έγιναν κλήματα στον νέον αμπελώνα, στην Εκκλησία του Χριστού. Πώς έγιναν όλα αυτά; Με τη Χάρη του Παναγίου Πνεύματος. Επειδή μετανόησαν αληθινά και ταπεινώθηκαν, ήλθε σ’ αυτούς το Πνεύμα το Άγιο και «δύναμις Υψίστου τους επισκίασε». Και οι νέοι γεωργοί, στους οποίους ο Χριστός ανέθεσε τον Αμπελώνα, είναι οι Άγιοι Απόστολοι. Αυτοί πίστεψαν, ταπεινώθηκαν και δέχθηκαν τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος και κήρυξαν «εις πάσαν την γην» τον ευαγγελικό λόγο.
Ακόμη όλοι οι Άγιοι, οι ιερουργοί της Εκκλησίας και υπηρέτες των θείων Μυστηρίων, οι «φίλοι του Νυμφίου», που έχουν φωτεινούς τους οφθαλμούς της διανοίας και τα αυτιά «έτοιμα εις υπακοήν», σε όσα λαλεί ο Κύριος. Όλοι δεν είχαν τη χάρη του λόγου, του κηρύγματος, του «ρήματος της πίστεως». Ήσαν αμέτοχοι στη «θύραθεν σοφίαν», είχαν όμως για κήρυγμά τους την αγία ζωή τους, γιατί καθάρθηκαν από τα πάθη τους και έγιναν δοχεία της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος και θεοί «κατά χάριν».
Κλήματα της «αληθινής Αμπέλου» υπήρξαν και οι λίγοι Ιουδαίοι, που είχαν καταλάβει την προσωρινότητα του Νόμου και δέχθηκαν το ευαγγέλιον του Χριστού. Είναι το «λείμμα» (=το υπόλοιπο) των Ισραηλιτών, όπως τους αποκαλεί ο απόστολος Παύλος, σε αντίθεση με τους περισσοτέρους, που δεν θέλησαν να ελευθερωθούν από την τυραννίδα του διαβόλου και έμειναν έξω της θείας Βασιλείας. Μαζί με τους πιστούς είναι και τα μεγάλα πλήθη των εθνικών (=ειδωλολατρών) που εγκατέλειψαν τους ψευδείς και ανύπαρκτους θεούς και πίστεψαν στο κήρυγμα των Αποστόλων, βαπτίσθηκαν και ενσωματώθηκαν στην Εκκλησία και αποτέλεσαν τον νέο «Ισραήλ της Χάριτος».
Αυτοί δεν φέρουν τη σαρκική περιτομή, αλλά την «εν πνεύματι», επειδή με το Βάπτισμα απέβαλαν το «σώμα των αμαρτιών» από τους εαυτούς τους και ντύθηκαν τον «καινόν άνθρωπον» Ιησού Χριστό. Συνεχίζουν δε με την άσκησή τους να νεκρώνουν και να «περιτέμνουν» τα αμαρτωλά πάθη τους, που είναι η περιτομή του Πνεύματος και γι’ αυτό ζουν διαρκώς την Ανάσταση. Γι' αυτούς είπεν ο Χριστός, ότι «ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν».
Το πλήθος των Αγίων είναι οι «καρποί του Αμπελώνος», της αγίας μας Εκκλησίας, τους οποίους πρόσφεραν στον Θεό οι Απόστολοι και οι διάδοχοί τους. Αυτοί με την αγαπητική σχέση και κοινωνία τους με τον Θεό γεύθηκαν το θυσιασθέν Σώμα και το εκχυθέν Αίμα του Χριστού, που είναι και η μοναδική Άμπελος, αλλά και ο μοναδικός και τέλειος καρπός της, που παρήγαγε το πλήθος των Αγίων, τους «κατά χάριν» θεούς. Για τον «καταρτισμό των Αγίων» εργάσθηκαν και οι «γεωργοί», αλλά συνέβαλαν και τα «κλήματα», οι πιστοί άνθρωποι με την άσκησή τους.
Είμαστε ο καθένας και ένα κλήμα του Αμπελώνος του Χριστού, που είναι η Εκκλησία. Όλα τα κλήματα μαζί, συνθέτουμε την αγία Άμπελο, τον Χριστό (Ἰω. 15, 1 και εξ.).
Όπως το κλήμα που είναι συνδεδεμένο με τη ρίζα και τον κορμό της Αμπέλου, ζει και καρποφορεί, έτσι κι εμείς, όταν ζούμε «εν κοινωνία» με τον Χριστό, παίρνουμε ζωοποιούς χυμούς και ζούμε πνευματικά και θεάρεστα, δηλαδή αιώνια και διά του Αγίου Πνεύματος καρποφορούμε τον αγιασμό. Έτσι η «Βασιλεία του Θεού» δεν είναι μακρυά μας, δεν ανήκει σ’ ένα απώτερο μέλλον, αλλά «ἐντὸς ἡμῶν ἐστι». Ο Χριστός είναι και Βασιλιάς και Βασιλεία.
Το παράδειγμα των οκνηρών για τα πνευματικά, κακών γεωργών, ας μας παραδειγματίζει για να αποβάλλουμε τη ραθυμία και να εργαζόμαστε τα «έργα του Θεού». Ας μένουμε πάντοτε ενωμένοι με τον Χριστό, που είναι και οικοδεσπότης και αληθινή Άμπελος.
Τη διάσπαση και τον χωρισμό μας από τον Χριστό, δημιουργούν τα αμαρτωλά πάθη μας. Νεκρώνοντάς τα, νεκρώνουμε τον θάνατο, γιατί αυτή η νέκρωση είναι Ανάσταση.

Παύλου Μουκταρούδη, Διήρχετο διὰ τῶν Σπορίμων, Τόμος Α΄.