του Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανασίου

Στις 11 Ιανουαρίου του 1991, μαζί με τον σεβαστό μου γέροντα Ιωσήφ Βατοπαιδινό, βρεθήκαμε από το Άγιον Όρος στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ με μόνο λόγο εξόδου μας εκ του Όρους και μετάβασής μας στην Αγγλία, τη συνάντησή μας με τον αείμνηστο οσιότατον Γέροντα Σωφρόνιο. Είχαμε την ευλογία να μείνουμε δύο μέρες κοντά του και κατ’ αυτές είχαμε συναντήσεις το πρωί και το απόγευμα, όπου ο μακάριος Γέροντας μάς ενέπλησε κυριολεκτικά με τον θεόπνευστο λόγο του.

Εγώ ζήτησα κάποια στιγμή ευλογία να βάλουμε το μαγνητόφωνο στο δωμάτιο της συνάντησης και, όντας τότε νεαρός ιερομόναχος, παρακάλεσα τον Γέροντα να μας πει λίγα λόγια περί ιερωσύνης και περί της προετοιμασίας του ιερέως για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας. Τότε ο γέροντας μάς είπε μεταξύ άλλων τα έξης: «Ο ιερεύς πρέπει να έχει την συνείδηση του Χριστού, του αναβαίνοντας εις τον Γολγοθά διά τη σωτηρίαν όλου του κόσμου. Εγώ έτσι κατάλαβα το αποτέλεσμα της εμφανίσεως του Ζώντος Χριστού εις τον Άγιον Σιλουανό. Η θεωρία αυτή διήρκεσε ίσως λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο, και χωρίς να πει κανένα λόγο ο Χριστός, ενεφανίσθη εις αυτόν και του μετέδωσε την ιδικήν του κατάστασιν, ο Χριστός στον Σιλουανό και αυτός άρχισεν, ενώ ήτο προ ολίγου απλούς στρατιώτης, άρχισε να προσεύχεται υπέρ όλου του Αδάμ ως για τον εαυτόν τον: και από εδώ έγω κατάλαβα ότι δεν ήτο στην πλάνη ότι είδε τον Χριστό αλλά ήτο αληθινή η θεωρία, γιατί έγινε αυτό το θαύμα, ότι απέκτησε την συνείδηση της ενότητας του Αδάμ».

Με αυτά τα λίγα λόγια μας έδωσε την ουσία του μυστηρίου της Ιερωσύνης στο πώς δηλαδή ο ιερεύς πρέπει να αποκτήσει τη συνείδηση του Χριστού και να προσεύχεται υπέρ όλου του κόσμου.

Διαβάζοντας κανείς τα ανεπανάληπτα εις βάθος και νοήματα έργα του αγίου Γέροντος, βλέ­πει πώς τοποθετεί τα πράγματα εξ αρχής στη σω­στή τους θέση. Ιερωσύνη ορίζεται και υπάρχει εκ της Εκκλησίας, διά της Εκκλησίας και εν τη Εκκλησία. Χωρίς την Εκκλησία ή εκτός της Εκκλησίας δεν μπορεί να υπάρξει όχι μόνον ιερωσύνη αληθής αλλά ούτε καν χριστιανισμός. Γράφει περί τούτου στον Μπάλφουρ· «αποτελεί βαθιά πεποίθησή μου (και όχι απλή πίστη) ότι ο χριστιανισμός δεν μπορεί να μην είναι Εκκλησιαστικός, αv εξετάσουμε προσεκτικά την Εκκλησία ως Σώμα Χριστού». «Τι είναι λοιπόν αυτό που μας δίνει η Εκκλησία; Τα μυστήρια: το βά­πτισμα, τη μετάνοια, την κοινωνία, την ιερωσύνη κ.λπ.». Όπως λέγει και ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας «η Εκκλησία εν τοις μυστηρίοις σημαίνεται» και το μυστήριο που ιερουργεί όλα τα άλλα μυστήρια διά της χάριτος του παναγίου πνεύματος είναι το μυστήριο και η χάρις της ιερωσύνης. Αυτή λοιπόν η ιερωσύνη κατά τον Γέροντα είναι το δώρο της Εκκλησίας στην ανθρώπινη φύση που με αυτήν ιερουργούμε τα αγία μυστήρια του Θεού μας.

«Στην Εκκλησία έχω τον ενσαρκωθέντα Θεό με τρόπο ώστε να τρώμε και να πίνουμε τον Θεό, να αναπνέουμε τον Λόγο του. Με το Όνομα Του, τον Λόγο Του, τη δύναμή Του τελούμε τα μυστήρια. Kαι τα μυστήρια αυτά δεν αποτελούν κάποια απλά μόνο σύμβολα, αλλά αληθινή πραγματικότητα».

Η σφραγίδα της νόμιμης και κανονικής Ιερωσύνης είναι η Εκκλησία. Αυτή κατέχει την εμπειρία του Χριστού «του αναβαίνοντος εις τον Γολγοθάν διά την σωτηρίαν όλου του κόσμου» και η Εκκλησία μας δίδει αυτόν τον Χριστόν ως τη μεγαλύτερη εμπειρία της ύπαρξής μας «Πιστεύω στον Χριστό. Πιστεύω στον Χριστό. Είμαι δεμένος με την αγάπη του Χριστού. Εμπιστεύο­μαι μόνο τον Χριστό που γνώρισα στην Εκκλη­σία», αποφαίνεται εκ της εμπειρίας του ο αγνός Γέροντας στον Μπάλφουρ. Έτσι και το έργο της ιερωσύνης είναι το έργο της Εκκλησίας, το έργο του Χριστού για τη σωτηρία του κόσμου. «Η σωτηρία παρέχεται εις τον κόσμον διά της λειτουργικής ιερουργίας, ιδιαιτέρως εις όσους διψούν να δεχθούν την ευλογίαν του ουρανίου Πατρός. Ουδέν ισότιμον ή παρόμοιον υπάρχει προς το έργον του Χριστού διά την απολύτρωσιν του ανθρωπίνου γένους. Εκείνοι δε, εις τους οποίους είναι εμπεπιστευμένη η διακονία της συσταθείσης υπό του Κυρίου Λειτουργίας, βοηθούν τους αδελ­φούς εν τη πορεία αυτών προς την αθανασίαν.

Εν τη διακονία ταύτη, η Εκκλησία εύχεται ήδη επί δύο χιλιετίας μεριμνώσα, ως ο Απ. Παύλος, όπως δοθεί εις τους ανθρώπους η αληθής επίγνωσις των αποκεκαλυμμένων υπό του Θεού πραγμά­των, ίνα δυνηθούν ούτοι «καταλαβέσθαι συν πάσι τοις αγίοις τι το πλάτος και μήκος και βάθος και ύψος του υπέρ ημών προαιώνιου σχεδίου του Δη­μιουργού, του ορισθέντος προ καταβολής κόσμου διά την υιοθεσία ημών εν τω ηγαπημένω Αυτού Υιώ». (Ἐφ. γ΄ 14-21, α5). Τέτοιων ιερών και φρικτών μυστηρίων μύστης και ιερουργός ο ιερεύς υπάρχων, οφείλει πριν από όλα να έχει προσφέρει τον εαυτόν του ολόκληρον, ψυχή τε και σώ­ματι, «θυσίαν ευαρεστον και ζώσαν» ενώπιον του Θεού. «Ἱεροσύνης καταξιωθεῖς τῆς θείας καὶ σεβασμίου, σεαυτὸν πρότερον κεχρεώστηκας ἔχειν τεθυμένον τῷ θανάτω τῶν παθῶν καὶ τῶν ἡδονῶν, καὶ οὕτω  κατατολμᾶν προσάπτεσθαι τῆς ζωηρᾶς καὶ φρικώδους θυσίας, εἰ μὴ βούλει, ὡς ὕλη εὔπρηοτος τῷ θείω κατακαῆναι πυρὶ», διδά­σκει αιώνες πριν ο όσιος Θεόγνωστος περί ιεροσύνης. Γι’ αυτό στην πρακτική ζωή γράφει ο γέρων «ο Χριστιανός οφείλει πρωτίστως vα είναι ασκητής. Ακόμη περισσότερο ο μοναχός, ο ιερέας. Μίσησε τον εαυτό σου, άρχισε να κατανοείς τον εαυτό σου όχι μόνο μέσα από την εγκράτεια των παθών, αλλά και μέσα από την αντίσταση σε αυτά, δηλαδή με την επίθεση εναντίον τους και αμέσως θα αισθανθείς ανακούφιση. Κάποιο φως θα ανατείλει στην ψυχή». Το μέγα έργο της ιερωσύνης είναι ανάγκη να συνοδεύεται με μεγάλη καθαρότητα. «Οι λειτουργοί της Καινής Διαθήκης, της εσφραγισμένης διά του Αίματος του Χριστού είναι ελεύθεροι εκ του παλαιού καλύμματος και «ἀνακεκαλυμμένω προσώπω» (Β΄ Κορ. 3,12-18) προσφέρουν τας ικεσίας αυτών ενώπιον του προσώπου του Πατρός». Ο ίδιος ο μακάριος Γέρων Σωφρόνιος σε επιστολή του προς τον Μπάλφουρ αποκαλύπτει ότι στον προσωπικό καθημερινό του αγώνα για να διαφυλάξει τον εαυτό του καθαρό από κάθε μολυσμό «σαρκός και πνεύματος», εν καιρώ σαρκικών πειρασμών ουδεμίαν συγκατάβασιν επέτρεπε, και μάλιστα σαν φοβερός δήμιος μη φειδόμενος ούδε καν της ζωής του επάλαιψε κατά των ακαθάρτων αυτών παθών. «Εγώ ο ίδιος», γράφει, «με την ευλογίαν του πνευματικού μου, χτυπούσα για μια περίοδο τον εαυτό μου σε κάθε ερεθισμό μέχρι που δημιουργούνταν αιματηρό: μώλωπες, ωσότου τελικά ο πόνος φθάνοντας στην καρδιά να σβήσει και να δαμάσει την κίνηση της σάρκας... Μια φορά παραλίγο να σκοτώσω τον εαυτό μου... Σκληρός ο λόγος αυτός αλλά τι να κάνουμε; Καλύτερα όπως λέγει ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος να πεθάνουμε στην άσκηση παρά να παραδοθούμε στα πάθη, να χάσουμε την ανθρώπινη εικόνα και να προδώσουμε τον Χριστό».

Τέτοιας λοιπόν καθαρότητος οφείλει να είναι η ζωή του ιερέως, για να προσφέρει ευάρεστα στον Θεό τη λογική λατρεία.

 

 (Εισήγηση του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου μας στο Διορθόδοξο  Επιστημονικό Συνέδριο που διοργάνωσε η Ι.Μ. Βατοπαιδίου στην

Αθήνα για τον Γέροντα Σωφρόνιο με θέμα: «Γέροντας Σωφρόνιος – Θεολόγος του Ακτίστου Φωτός», 19-21 Οκτωβρίου 2007